ΙΟΒΕ: Μόνο ένα στα 10 παιδιά από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα μπαίνουν Πανεπιστήμιο
– Η παραπαιδεία, βασικό «εργαλείο» για τα ΑΕΙ

Αναδημοσίευση
Ιδιαιτέρως ανησυχητικά, ειδικά για το μέλλον των νέων ανθρώπων, είναι τα στοιχεία του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα, τόσο στο κομμάτι της εκπαίδευσης, όσο της εργασίας και της στέγης
Τις στρεβλώσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπου χωρίς φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα οι μαθητές αδυνατούν, πλην εξαιρέσεων, να μπουν στο πανεπιστήμιο, θίγει, μεταξύ άλλων, η νέα έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τις ανισότητες. Μόλις το 12% των παιδιών, από οικογένειες με χαμηλό εκπαιδευτικό υπόβαθρο, φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα σπουδών, με την παραπαιδεία να παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στα ΑΕΙ.
«Η εκπαίδευση παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας. Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών, περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος», συμπεραίνει η μελέτη.
7 στις 10 οικογένειες να δυσκολεύονται «να τα βγάλουν πέρα»
Άκρως απογοητευτικά είναι επίσης τα δεδομένα για την οικονομική κατάσταση των Ελλήνων, με 7 στις 10 οικογένειες να δυσκολεύονται «να τα βγάλουν πέρα», όταν το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 19%. Υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας αντιμετωπίζουν οι νέοι (16-24 ετών), οι μονογονεϊκές και πολύτεκνες οικογένειες.
Τα βασικά ευρήματα της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ, με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», παρουσίασε ο ανώτερος ερευνητής του Ιδρύματος, Αντώνης Μαυρόπουλος, ενώ για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη μίλησε ο αν. διευθυντής του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών Μελετών του Λονδίνου, Τζόναθαν Κριμπ. Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Πάνου Τσακλόγλου, της ανώτερης οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, Ειρήνης Ανδριοπούλου, και της επικεφαλής ερευνητικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Πολιτική και την Έρευνα Κοινωνικής Πρόνοιας της Βιέννης, Νίκης Καλαβρέζου. Το συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Βέττας.
Κεντρικό σημείο της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας, η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα ως ιδιαίτερα έντονη και να δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα παρουσιάζει μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι βασικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, καθώς η οικονομική ανάκαμψη συνοδεύτηκε από μείωση της εισοδηματικής ανισότητας και αύξηση της απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, η καθημερινή εμπειρία πολλών νοικοκυριών παραμένει πιο αρνητική.
Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, ενώ η αίσθηση άνισης μεταχείρισης και περιορισμένων ευκαιριών παραμένει έντονη.
Ειδικότερα:
• Ο δείκτης Gini, καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
• Περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
• Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος.
• Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
• Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.
Υψηλή η παραοικονομία
Τη διαπίστωση ότι παρά τη μείωση του κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ από 24% το 2019 σε 11% το 2023, η παραοικονομία παραμένει υψηλή, κάνουν οι συντάκτες της μελέτης.
«Η αγορά εργασίας αποτέλεσε βασικό παράγοντα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, καθώς η ανεργία υποχώρησε σημαντικά και η απασχόληση αυξήθηκε. Ωστόσο, ορισμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να τροφοδοτούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Η υψηλή αυτοαπασχόληση, η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία (ιδιαίτερα γυναικών και ΑμεΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν αποκλίσεις σε εισοδήματα και ευκαιρίες», τονίζεται.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ και ότι πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας.
Σε ό,τι αφορά την Υγεία, παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται μετά την κρίση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. «Η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικές πληρωμές μεταφέρει σημαντικό μέρος του κόστους στα νοικοκυριά, με αποτέλεσμα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία», σημειώνεται.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ, ενώ «το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο».
Μακροχρόνια φροντίδα: από τους πιο αδύναμους πυλώνες
Έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα αποτελεί η μακροχρόνια φροντίδα – υπηρεσίες που αφορούν κυρίως ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες ή χρόνια νοσήματα.
Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, και η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας. Να σημειωθεί ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας.
Υποχωρεί η ιδιοκατοίκηση
Η στέγαση αναδεικνύεται ως δυνητική πηγή ανισοτήτων στην Ελλάδα. Η έντονη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους. Παράλληλα, η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Ειδικότερα, από τη μελέτη προκύπτει ότι:
• Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
• Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος.
• Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
• Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.
• Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
Αναδημοσίευση απο tovima.gr
Ρωγμή στην ενημέρωση
Δεν υπάρχουν σχόλια