ΙΣΤΟΡΙΑ: "Το κολαστήριο των Λιπασμάτων Δραπετσώνας" Η μεγάλη απεργία των εργατών, τον Ιούλιο του1929
Τμήμα της μονάδας ΑΕΕΧΠΛ το 1998. Φωτογραφία τραβηγμένη από την θάλασσα.
Αρχείο Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Η εταιρεία λιπασμάτων Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΑ) είχε ιδρυθεί το 1909, σε μια περιορισμένη έκταση από µία οµάδα τραπεζιτών και βιοµηχάνων με επικεφαλής τον χηµικό Ν. Κανελλόπουλο.
Ο μεγαλύτερος μέτοχος ήταν ο βιομήχανος Λεόντιος Οικονομίδης (1886-1922), στενός φίλος και συνεργάτης του Νικόλαου Κανελλόπουλου, που επίσης πήρε σημαντικό αριθμό μετοχών.
Από τα πρώτα χρόνια ανάπτυξης της, η κερδοφορία της εταιρείας βασίστηκε στις άθλιες συνθήκες εργασίας και την εκμετάλλευση των εργατών.
Το 1916, οι εργάτες προσπάθησαν να δημιουργήσουν σωματείο. Η εταιρεία απέλυσε πέντε εργαζόμενους που πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του σωματείου και εκτόξευσε απειλές απόλυσης προς όσους ήθελαν να γραφτούν. Στο εργοστάσιο βρίσκονταν και ένοπλοι μπράβοι, οι οποίοι πρωταγωνίστησαν σε αιματηρή επεισόδια κατά εργατών. Κατώτερα στελέχη (προιστάμενοι κλπ) της εταιρείας έκαναν μέχρι και σωματικές έρευνες σε εργάτες προσπαθώντας να βρουν τεκμήρια συμμετοχής στο Εργατικό Κέντρο! Έγιναν κινητοποιήσεις και-παρα τις αντιδράσεις της εταιρείας και των μετόχων της-οι εργάτες κατάφεραν να δημιουργήσουν το σωματείο και να εκλέξουν την πρώτη διοίκηση του.
Μετά τη λήξη της μικρασιατικής εκστρατείας, η Εταιρεία πέρασε σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης. Το σύνολο των τμημάτων της πολύ γρήγορα έφτασε και ξεπέρασε τα προπολεμικά επίπεδα παραγωγής, ενώ και το υαλουργείο ξεκίνησε τη λειτουργία του με γερμανούς και ιταλούς φυσητές. Παράλληλα, η Εταιρεία προχώρησε σε επενδύσεις που της επέτρεψαν να εξασφαλίσει την αυτονομία της σε καύσιμες ύλες (λιγνίτης) και πρώτες ύλες (σιδηροπυρίτης).
Το εργοστάσιο έφτασε να εκτείνεται σε μια περιοχή συνολικώς 245 στρεμμάτων, διαθέτοντας όταν λειτουργούσε, μια δομημένη επιφάνεια 146.000 τ.μ. με 109 ενεργές μονάδες παραγωγής οξέων, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, μονοπωλώντας τη σχετική παραγωγή.
Το 1920, αγόρασε τη μεταλλευτική Εταιρεία Λιγνιτωρυχείων «Μήλεσι», τα ορυχεία Ωρωπού, Κορώνης, Ζαχάρως και Πασσά Ευβοίας, ενώ εκμίσθωσε τα μεταλλεία Κασσάνδρας. Το 1921, η Εταιρεία είχε επεκτείνει τον κύκλο της παραγωγής της και είχε επιτύχει την αυτονομία της σε καύσιμες και πρώτες ύλες.
Ο εργατικός οικισμός της Εταιρείας Λιπασμάτων
Η αναγκαιότητα προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού από το εξωτερικό, καθώς και η απομονωμένη γεωγραφικά θέση oδήγησαν το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας στην απόφαση παροχής υπηρεσιών όπως κατοικία, συσσίτιο, περίθαλψη, εκπαίδευση και ψυχαγωγία στο προσωπικό της. Η δημιουργία του οικισμού εξασφάλισε στην Εταιρεία την απρόσκοπτη παραμονή του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού της στην παραγωγική διαδικασία, ενώ παράλληλα δημιούργησε έναν ισχυρό οικιστικό πυρήνα μέσα στη βιομηχανική ζώνη της Δραπετσώνας.
Η ανέγερση του οικισμού, στο βόρειο άκρο της μονάδας, ξεκίνησε με την έναρξη λειτουργίας το 1910 και ο βασικός του πυρήνας, ο οποίος αποτελούνταν από 26 κτίρια κατοικιών, σχολείο, γήπεδο και εστιατόριο ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι το 1918. Τα οικήματα του ειδικευμένου προσωπικού (μηχανικοί, χημικοί και άλλες επιστημονικές ειδικότητες), των τμηματαρχών, των επιστατών, των ειδικευμένων εργατών του υαλουργείου και των ειδικευμένων εργατών των άλλων μονάδων διέφεραν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος (αριθμός δωματίων) και τις παροχές τους (ύπαρξη ατομικής κουζίνας ή λουτρού).
Η δημιουργία του οικισμού εξασφάλισε στην Εταιρεία την απρόσκοπτη παραμονή του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού της στην παραγωγική διαδικασία, ενώ παράλληλα δημιούργησε έναν ισχυρό οικιστικό πυρήνα μέσα στη βιομηχανική ζώνη της Δραπετσώνας.
Φωτο: Εργατικός Οικισμός/Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας.
Η εταιρεία εξασφάλισε φτηνό εργατικό δυναμικό από εξαθλιωμένους πρόσφυγες που είχαν έρθει στη χώρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 800 οικογένειες από την Ουκρανία κατοικούν στη Δραπετσώνα και "δουλεύουν στα Λιπάσματα, στο Τσιμεντάδικο και αλλού, με 8-15 δρχ. μεροκάματο, όσα δηλαδή θέλει ο αφέντης για πούρα!" έγραφε, ήδη από τις 24 Απριλίου 1922, ο "Ριζοσπάστης".
Με ληστεία των εργατών, η εταιρεία παρουσιάζει άνθηση και γίνεται ακόμα πιο ισχυρή,αντλώντας κεφάλαια από το Χρηματιστήριο, όπου διαπραγματεύεται η μετοχή της, αλλά και από τη λειτουργία της ως… παρατράπεζα.
H εταιρεία δέχεται προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές, λίρες, δολάρια ή χρυσό, προσφέροντας επιτόκιο ανάλογα με τη διάρκειά τους.
Μάλιστα, διαφημίζει ότι οι τόκοι απαλλάσσονται από φορολογία.
Το προνόμιο να "δανείζεται" από τον κόσμο και μάλιστα με φοροαπαλλαγή τής δόθηκε το 1926 με νομοθετικό διάταγμα, στη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου (ΦΕΚ 80/5-3-1926), με το αιτιολογικό της ενίσχυσης της…γεωργίας!
Τα κέρδη
της εταιρείας αυξάνονται αλματωδώς και το διάστημα 1932-33 φτάνουν στα 132
εκατομμύρια δραχμές! ("Ριζοσπάστης", 21.6.1933).
Οι άθλιες συνθήκες μέσα στις οποίες έλιωναν οι εργάτες, οι εργάτριες (πολλοί ήταν μικρά παιδιά) περιγράφονται ως εξής:
"Η δουλειά μέσα στο εργοστάσιο είναι κάτι περισσότερο από σκυλίσια.
Οι εργάτες δουλεύουν 10 ολόκληρες ώρες και παραπάνω πολλές φορές και παίρνουν 25-40 δραχμές..
Οι γυναίκες και τα ανήλικα αγόρια και κορίτσια παίρνουν 15-25 δρχ. για όλη τη μέρα.
Η νυχτερινή δουλειά υπολογίζεται με το ίδιο μεροκάματο και είναι υποχρεωτική για όλους επί ποινή διωξίματος..ούτε φόρμες παραχωρούνται σ’ όσους δουλεύουν στα τμήματα αυτά και καίνε από τα δηλητήρια τα ρούχα τους..
...ακόμα και το σχετικό γάλα, που επιβάλλεται να πίνουν οι εργάτες, όταν μπαίνουν ή βγαίνουν από τη δουλειά, ο Κανελλόπουλος δεν το παραχωρεί...
...κυριολεκτικά λιώνουν ζώντας μέσα σε μια αφόρητη ζέστη που υπάρχει παντού. Είναι αληθινή κόλαση...τα σπλάχνα τους καίγονται από το φύσημα. Τρεις πέθαναν απ’ αυτή τη δουλειά.
Γίνεται
δουλειά εντατική για να βγαίνει μεγάλη παραγωγή και να πλουτίζει ο
Κανελλόπουλος.
Στο τμήμα υδροχλωρικού νιτρικού οξέος οι εργάτες είναι σχεδόν σκελετοί και κίτρινοι" (Ριζοσπάστης 1929-1933).
Στις 10 Ιουλίου 1929, οι εργάτες κατέβηκαν σε απεργία.
Δύο χιλιάδες εργάτες του εργοστασίου λιπασμάτων στον Πειραιά κηρύσσουν απεργία διαρκείας για αυξήσεις και 8ωρη εργασία.
Η εταιρεία "απάντησε" με 120 απολύσεις.
Αστυνομία και μπράβοι της εταιρείας ανοίγουν πυρ κατά των απεργών, σκοτώνουν τον εργάτη Αγαθαγγέλου και τραυματίζουν δεκάδες.
Οι αρχές "εξαφάνισαν"τον νεκρό.
Δεκάδες εργάτες συνελήφθησαν, 30 παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώ 11 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές.
Η εταιρεία συνέχισε την αναπτυξιακή της πορεία. Φτάνει να απασχολεί 4000 εργάτες. Ήταν όμως το κολαστήριο των εργατών.
Η λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου βρήκε την Εταιρεία με μεγάλες ζημιές στις υποδομές της από τους βομβαρδισμούς, αλλά και την ελληνική ύπαιθρο ρημαγμένη. Την ίδια στιγμή –το 1946– ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης – Μποδοσάκης απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της Εταιρείας. Τα κεφάλαια του νέου ιδιοκτήτη, νέα δάνεια και η ενίσχυση από το σχέδιο Μάρσαλ συνέβαλλαν στην επανέναρξη της επιχείρησης, στην ανασυγκρότηση του κτιριακού και μηχανολογικού της εξοπλισμού αλλά και στην γρήγορη συνέχιση της αναπτυξιακής της πορείας, μεταπολεμικά.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η Εταιρεία προχώρησε σε νέες επεκτάσεις (νέα μονάδα θειικού οξέος) και ανανέωση του εξοπλισμού της. Μετά το 1970, η μείωση της αγροτικής παραγωγής σε πανελλαδικό επίπεδο συνοδεύτηκε από την άρση της κρατικής στήριξης και των φορολογικών ατελειών της Εταιρείας με αποτέλεσμα μια μακρά περίοδο παρατεταμένης κρίσης.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η εταιρεία πέρασε στα χέρια του Μποδοσάκη Αλέξανδρου που εκτελέστηκε από την “ΕΟ 17 Νοέμβρη” (τον Μάρτιο του 1988).
Την ίδια στιγμή η Εταιρεία Όμιλος Μποδοσάκη αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο κόστος των εκτεταμένων επενδύσεων στις οποίες θα έπρεπε να προχωρήσει λόγω της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που προκαλούσε. Οι πολλαπλές λοιπόν αυτές κρίσεις δεν κατέστη εφικτό να ξεπεραστούν, τα χρέη συσσωρεύονταν.
Το 1992 η εταιρεία εξαγοράστηκε εξαιτίας των χρεών της από την Εθνική Τράπεζα και πέρασε στην ιδιοκτησία της θυγατρικής της "Πρότυπος Κτηµατική και Τουριστική Α.Ε.”
Το 1999 το εργοστασιακό συγκρότημα έπαυσε οριστικά τη λειτουργία του. Το μεγαλύτερο μέρος των εγκαταστάσεών του κατεδαφίστηκε το 2003 και ο χώρος ισοπεδώθηκε.
Το 2003, τμήμα της έκτασης αυτής και συγκεκριμένα το σύνολο του παράκτιο μετώπου της έκτασης παραχωρήθηκε στον ΟΛΠ Α.Ε. με στόχο να αυξηθεί η περιουσία του Οργανισμού που εισερχόταν στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα προχώρησε η διαδικασία για την κατεδάφιση των εγκαταστάσεων του εργοστασίου. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, ολοκληρώθηκε η κατεδάφιση του συνόλου σχεδόν των μονάδων του βιομηχανικού συγκροτήματος. 105 από τις 109 μονάδες δομημένης επιφάνειας, έκτασης μεγαλύτερης από 140.000 τετραγωνικά μέτρα ισοπεδώθηκαν.
Ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιά (ΟΛΠ) πουλήθηκε -το 67% -στην κινεζική COSCO 368,5 εκατ. Ευρώ, το 2016. Σύμφωνα με το ΤΑΙΠΕΔ το συνολικό όφελος για το Δημόσιο υπολογίζεται στο 1,5 δισ. ευρώ.
Μετά από αδιάκοπους αγώνες και διεκδικήσεις των κατοίκων και του δήμου, το 2016 86 στρέμματα της έκτασης των πρώην εργοστασίων πέρασαν - για χρήση 50 χρόνων- στα χέρια του δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας και ο χώρος διαμορφώθηκε και παραδόθηκε ως "ΠΑΡΚΟ ΕΡΓΑΤΙΑΣ", στους κατοίκους της περιοχής και το απολαμβάνουν....
| ||||

Δεν υπάρχουν σχόλια